
Ο πολυσέβαστος Προηγούμενος της Ιεράς Μονής Διονυσίου, αρχιμανδρίτης Χαράλαμπος, ήταν μία από τις μεγαλύτερες ασκητικές φυσιογνωμίες του Αγιορειτικού Μοναχισμού κατά τον εικοστό αιώνα. Πριν εκθέσουμε τις πολλές αρετές και τα ασκητικά παλαίσματα του εναρέτου αυτού ανδρός, καλό είναι να αρχίσουμε από την κατά σάρκα ζωή και καταγωγή του.
Γεννήθηκε στη Ρωσσία, αλλά σε ηλικία δέκα ετών ήλθε με τους γονείς του, Λεωνίδα και Δέσποινα, και τα τέσσερα άλλα αδέλφια του στην Ελλάδα. Εγκαταστάθηκαν στο χωριό Αρκαδικός του Νομού Δράμας, το οποίο απέχει από τη Δράμα μόλις 20 λεπτά.
Ο πατέρας του εργαζόταν ως έμπορος, και γι’ αυτό πολύ συχνά μετέβαινε στη Ρωσσία. Η σύζυγός του, η οποία αργότερα έγινε Μοναχή με το όνομα Μάρθα, έμενε στο σπίτι με τα παιδιά της. Στα χωράφια τους καλλιεργούσαν τον καπνό.
Ο Γέροντας κατά το βάπτισμα έλαβε το όνομα Χαράλαμπος (στο επώνυμο Γαλανόπουλος), και αυτό το όνομα κράτησε και στη μοναχική του ζωή. Παρακολούθησε τα πρώτα γράμματα στο χωριό του, και είχε μεγάλη επίδοση σ’ όλα τα μαθήματα. Πάντοτε αναδεικνυόταν αριστούχος ανάμεσα στους άλλους συμμαθητές του. Ήταν από τον Θεό προικισμένος με ισχυρή σωματική κράση και αντοχή, γι’ αυτό δούλευε πολύ σκληρά στα χωράφια, χωρίς να αισθάνεται καθόλου κούραση. Η μητέρα του ήταν θεοφοβούμενη και οδήγησε όλα τα παιδιά της στον δρόμο του Θεού. Παρότι ήταν ολιγογράμματη, είχε καθιερώσει να κάνουν στο σπίτι όλες τις καθημερινές Ακολουθίες της Εκκλησίας με κομβοσχοίνι. Για τον Εσπερινό τραβούσαν 15 κομβοσχοίνια, για το Μικρό Απόδειπνο 10 και για τον Όρθρο 35.
Την περίοδο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής κρατούσαν το αλάδωτο φαγητό όλες τις μέρες, τρώγοντας μία φορά κάθε μέρα, ενώ το Σάββατο και την Κυριακή κατέλυαν το λάδι και έτρωγαν δύο φορές. Όλοι μέσα στην οικογένειά τους, με αρχηγό στον αγώνα τη μητέρα τους, ζούσαν σαν ασκητές. Έτσι, μέχρι τα 30 χρόνια του ο νεαρός τότε Χαράλαμπος δεν είχε καμία ιδέα περί αμαρτίας. Είχε από τα νεανικά του χρόνια αγωνιστεί και είχε συνηθίσει στους αγώνες της μοναχικής πολιτείας πριν ακόμη έρθει στο Άγιον Όρος.
Επιπλέον, ο Θεός έφερε στον δρόμο του δύο εξαιρετικά πνευματικά πρόσωπα, τα οποία πολύ βοήθησαν όλη την οικογένειά του στον δρόμο των χριστιανικών αρετών. Ήταν ο Ρώσσος μοναχός Ηλίας, ο οποίος τους δίδαξε, πριν φύγουν από την Ρωσσία, όλα τα μυστικά και ασκητικά αγωνίσματα της μοναχικής διαγωγής. Το άλλο πρόσωπο ήταν ο αδελφός του πατέρα του, Μοναχός Αρσένιος, συνασκητής τού μετέπειτα Γέροντά του π. Ιωσήφ.
Αργότερα ο μοναχός Ηλίας μετανάστευσε κι αυτός στο χωριό του νεαρού Χαράλαμπου και ανέλαβε, θα λέγαμε, υπό την πνευματική του προστασία όλη την οικογένειά τους. Είχε ως χάρισμα από τον Θεό την ακατάπαυστη καρδιακή προσευχή και αργότερα έλαβε και το προορατικό χάρισμα. Έτσι, διέβλεπε πολλά πράγματα που πρόκειται να συμβούν στο εγγύς ή στο απώτερο μέλλον.
Από ηλικίας 21 ετών ο νεαρός Χαράλαμπος επιδόθηκε στον κόσμο στους ασκητικούς αγώνες. Έκανε 100 μετάνοιες, νήστευε, προσευχόταν πολλές ώρες τις νύκτες και εγκρατευόταν απ’ όλα τα σαρκικά πάθη. Σε ηλικία 30 ετών, με την καθοδήγηση του θείου του, του μοναχού Αρσενίου, ήρθε στο Άγιον Όρος. Υποτάχθηκαν μαζί στον μεγάλο ησυχαστή των τελευταίων χρόνων, τον π. Ιωσήφ, ο οποίος τότε κατοικούσε μέσα σε σπηλιές στην περιοχή της Αγίας Άννας. Όταν πρωτοπήγε στον Γέροντα Ιωσήφ, εκείνος τον ρώτησε:
– Ξέρεις γιατί ήρθες εδώ;
– Ήρθα για να γίνω μοναχός, Γέροντα.
– Ξέρεις να κάνεις μετάνοιες;
– Ξέρω. Έκανα στον κόσμο μέχρι 300.
– Τι είναι 300 μετάνοιες την ημέρα. Εδώ θα κάνεις 3.000 μετάνοιες. Μπορείς;
– Δεν ξέρω, Γέροντα, θα δοκιμάσω.
Φώναξε τον Αρσένιο και του είπε: “Πάρε τον και πηγαίνετε σ’ αυτό το υψωματάκι, έξω από εκείνη την σπηλιά, και αρχίστε να κάνετε μαζί 3.000 μετάνοιες”.
Πράγματι, πήγαν και επί δυόμιση ώρες έκαναν όλες αυτές τις μετάνοιες. Ο ιδρώτας έλουζε τα πρόσωπά τους, αλλά έμειναν πιστοί στην εντολή του Γέροντά τους.
Κατόπιν του όρισε να κάνει ημερησίως 2.000 μετάνοιες. Ο ακούραστος τριαντάρης ασκητής Χαράλαμπος δεν δείλιαζε σ’ οποιοδήποτε αγώνισμα του επέβαλε ο Γέροντάς του. Κάποια ημέρα όμως τον έπιασαν οι λογισμοί, λόγω κοπώσεως, και του είπε:
– Μα, Γέροντα, 2.000 μετάνοιες την ημέρα θα πεθάνω.
– Γι’ αυτό ήρθαμε, παιδί μου, εδώ, για να πεθάνουμε.
– Δεν γίνεται να κάνω λιγότερες;
– Εντάξει. Από σήμερα θα κάνης 700 την ημέρα.
Πράγματι, ο νεαρός δόκιμος Χαράλαμπος έκανε 700 μετάνοιες την ημέρα επί επτά συναπτά έτη.
Κάποια μέρα ο Γέροντας Ιωσήφ τον φώναξε και του είπε:
– Βλέπεις, παιδί μου Χαράλαμπε, αυτή την σπηλιά που είναι σ’ αυτό το ύψωμα;
– Τη βλέπω, Γέροντα.
– Θα πας εκεί από τώρα το πρωί μέχρι το ηλιοβασίλεμα. Εκεί μέσα θα βρεις τον παράδεισο.
Ξεκίνησε ο π. Χαράλαμπος με λίγο παξιμάδι και ένα μπουκάλι νερό, για να κάνει την υπακοή στον Γέροντά του. Όταν έφτασε στην σπηλιά, είδε ότι είναι τόσο μικρή που δεν μπορούσε να μπει μέσα όρθιος, παρά σερνόμενος μπρούμυτα. «Μα πού είναι ο παράδεισος που μου είπε ο Γέροντάς μου; Τι θα κάνω εδώ μέσα τόσες ώρες μέχρι το βράδυ;»
Επειδή άρχισε να κρυώνει, στρώθηκε στις μετάνοιες για να ζεσταθεί λίγο. Παράλληλα τον παρηγορούσε και η Θεία Χάρη. Του ήρθαν τα πρώτα δάκρυα της μετανοίας, προστέθηκαν κι άλλα κι άλλα… Αισθάνθηκε μία γλυκύτητα να ξεχύνεται μέσα και έξω στον εαυτό του. Βγήκε λίγο έξω, αγνάντεψε την έρημη άγρια φύση. Όλα τα είδε ήρεμα και όμορφα, αγγελικά πλασμένα. Τότε μονολόγησε και είπε: «Να, αυτός είναι ο παράδεισος που μου υποσχέθηκε ο Γέροντάς μου ότι θα βρω. Εδώ να καθίσω σ’ όλη μου την ζωή και δεν θέλω τίποτε άλλο».
Επέστρεψε το βράδυ στην Καλύβα και διηγήθηκε περιχαρής τι εμπειρίες έζησε από την ολοήμερη εκείνη άσκησή του στην απομακρυσμένη σπηλιά του βουνού.
Επειδή οι σπηλιές ήταν ανθυγιεινές, έφυγαν όλοι μαζί και εγκαταστάθηκαν σε δύο σπιτάκια της Ιεράς Νέας Σκήτης. Μαζί τους συγκαταριθμήθηκε για την άσκηση και ο μοναχός π. Θεοφύλακτος, ο οποίος είχε για πολλά χρόνια με τον μακαριστό Ιωακείμ Σπετσιέρη το Κελλί των Αγίων Αναργύρων. Το εργόχειρό τους ήταν η κατασκευή ξύλινων σταυρών και σφραγίδων για πρόσφορα. Σε αυτά τα εργόχειρα φάνηκε περίτρανα η άκαμπτη εργατικότητα και ταχύτητα στην δουλειά του π. Χαραλάμπους. Ενώ ο θείος του π. Αρσένιος κατασκεύαζε 30 σταυρούς την ημέρα, ο π. Χαράλαμπος την πρώτη μέρα έκαμε 40, την δεύτερη 80 και από την τρίτη ημέρα συνέχιζε να φτιάχνει 100 σταυρούς ημερησίως.
Επειδή ο Γερο-Ιωσήφ γρήγορα αντιλήφθηκε, ότι η Παναγία έφερε στην συνοδεία του ένα άκακο αρνί, που είχε όμως κυκλώπειες δυνάμεις και ασυνήθιστη αντοχή, του ανέθεσε όλες τις εξωτερικές εργασίες του Κελλιού τους. Ο π. Χαράλαμπος κατέβαινε στην παραλία να μεταφέρει στην πλάτη τσουβάλια από τσιμέντα, άλευρα, διάφορα άλλα οικοδομικά υλικά. Ο ίδιος έτρεχε σαν αετός στις Καρυές και αλλού να πουλήσει το εργόχειρό τους, να δουλέψει μεροκάματο στη συγκομιδή των ελαιών στις διάφορες Μονές, ν’ ανοίξει θεμέλια για την κατασκευή ενός μικρού δικού τους κτίσματος. Όπως ο ίδιος μου διηγήθηκε, ένιωθε ότι άνοιγαν οι ουρανοί από την πλούσια χάρη που τον σκέπαζε και του έδινε πνευματικά φτερά να πετά ψηλά.
Όπως αγωνίστηκε στην υπακοή για τα υλικά έργα, έτσι και περισσότερο αγωνίστηκε για τα πνευματικά, πάντοτε με τη διακριτική καθοδήγηση του Γέροντά του.
(Μετά την κοίμηση του Γέροντά του, ο π. Χαράλαμπος απέκτησε δική του συνοδεία. Εγκαταστάθηκαν στο Κελλί του Αγίου Νικολάου Μπουραζέρη κοντά στις Καρυές, και αργότερα επάνδρωσαν την Ιερά Μονή Αγίου Διονυσίου, όπου ο π. Χαράλαμπος έγινε ηγούμενος. Εκοιμήθη εν Κυρίω 1-1-2001.)
Μοναχός Δαμασκηνός Γρηγοριάτης
Γέροντας Χαράλαμπος Διονυσιάτης